- ὑπομόχθηρος
- ὑπομόχθηροςbaddishmasc/fem nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
υπομόχθηρος — ον, ΜΑ [μοχθηρός] αυτός που βρίσκεται σε κάπως άσχημη κατάσταση («ἄγαλμα ὑπομόχθηρον καὶ κίβδηλον», Ευστ.) αρχ. (κατά τον Πολυδ.) «ὁ ἀθυρόγλωσσος παρ Εὐριπίδῃ» … Dictionary of Greek
ὑπομόχθηρον — ὑπομόχθηρος baddish masc/fem acc sg ὑπομόχθηρος baddish neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ὑπομοχθήρους — ὑπομόχθηρος baddish masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)